διαπέτομαι

διαπέτομαι ( [full] διΐπταμαι Hdn., v.infr.), [tense] aor.-επτάμην (v. infr.): [tense] aor. [voice] Act.
A

-έπτην Luc.DMeretr.9.4

: [tense] pres.

διαπέταται S.OT1310

(lyr.) is f.l. for διαπωτᾶται:—fly through,

διὰ δ' ἔπτατο πικρὸς ὀϊστός Il.5.99

;

ὁρᾷς τὸν ἁβρὸν οὗ βέλος διέπτατο E.Supp.860

;

δ. διὰ τῆς πόλεως Ar.Av. 1217

: c. acc., E.Med.1, Ar.V.1086.
II fly away, vanish,

διαπτομένη οἴχεσθαι Pl.Phd.70a

, 84b, etc.; of Time, E.HF507.
III of a report, fly in all directions,

διϊπταμένη ἡ φήμη Hdn.2.8.7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπέτομαι — (Α) [πέτομαι] 1. πετώ ανάμεσα, διατρέχω πετώντας 2. πετώ μακριά, εξαφανίζομαι 3. (για τη φήμη) πετώ προς όλες τις διευθύνσεις, διαδίδομαι παντού …   Dictionary of Greek

  • διαπέτομαι — διαπέταμαι pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διίπταμαι — (Α) [ίπταμαι] 1. διαπέτομαι* 2. (για φήμη) διαδίδομαι …   Dictionary of Greek

  • συνδιαπέτομαι — Α (αποθ.) διατρέχω πετώντας μαζί με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + διαπέτομαι «πετώ ανάμεσα, διατρέχω πετώντας»] …   Dictionary of Greek

  • ԹՌՉԻՄ — (թռեայ, թռի՛ր, թռուցեալ. գտանի եւ թռեալ.) NBH 1 0823 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 8c, 12c, 14c չ. πέτομαι, πέταμαι , διαπέτομαι եւն. volo, avolo, evolo, volito. Ասի եւ ԹՌԱՆԻԼ, ԹՌՆՈՒԼ. Թռիչս առնուլ. սլանալ թեւաւորաց.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.